Οι Σπαρτιάτες όλους τους άντρες από τη Μεσσηνία τους είχαν πάρει για σκλάβους. Στην αρχή δούλεψε σ' έναν πλούσιο γαιοκτήμονα. Όταν όμως έγινε η επανάσταση των ειλώτων, με το μεγάλο σεισμό που συγκλόνισε τη Σπάρτη, το αφεντικό του
τον πούλησε.
Στο παζάρι της Δήλου τον αγόρασε ένας Χιώτης ελαιοκτηματίας. Τον προτίμησε ανάμεσα σε άλλους για το στιβαρό του κορμί και τη δύναμη του. Τον έβαλε να γυρίζει το λιοτρίβι...
Απέναντι από το λιοτρίβι, σε αρκετή απόσταση, όρθωνε την κορυφή του το Πελιναίο, το ψηλότερο βουνό του νησιού. Ο Δρίμακος, κάθε φορά που περνούσε μπρος από την ανοιχτή
πόρτα, γυρίζοντας το λιοτρίβι, έβλεπε το βουνό και μια λαχτάρα λάχτιζε τα στήθη του. Αλλοτε το 'βλεπε ν' αστράφτει στο φως, άλλοτε να σκεπάζεται με σύννεφα και βροχή και το καταχείμωνο ν' ασπρίζει από το χιόνι.
— Αχ! λευτεριά!.. έβγαινε ο στεναγμός απ' τα κατάβαθα του.
Λευτεριά!..
Και τώρα, ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα, αναστέναζε βαθιά. Ως πότε θα κρατήσει αυτή η ζωή; Σαράντα χρόνια πέρασαν. Τα άλλα που του μένουν να ζήσει γιατί να μην τα ζήσει λεύτερα; Θα γίνει επαναστάτης. Τι άλλο; Δεν έμαθε πως η λευτεριά αποχτιέται μόνο με αγώνα;
Ανασηκώθηκε. Στο νου του ήρθε πάλι εκείνη η εικόνα, που την έβλεπε όταν, μικρό παιδί, έπαιζε ξέγνοιαστο στον ανθισμένο κήπο του σπιτιού τους. Έναν ανθισμένο κήπο ονειρεύεται για τη ζωή τη δική του και των άλλων δούλων.
Η νύχτα είχε προχωρήσει κι οι άλλοι δούλοι κοιμόνταν βαριά μέσα στην καλύβα... Ο Δρίμακος ήταν ξαπλωμένος πάνω σ' ένα τρύπιο αχυρένιο στρώμα. Αν και ήταν ζεμένος όλη μέρα στο λιοτρίβι και τα μέλη του τα βάραινε η κούραση, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι.«Θα μπω μπροστά», συλλογίστηκε. «Οι άλλοι θα μ' ακολουθήσουν. Δεν είναι εύκολο, όμως η λευτεριά είναι πολύ όμορφο πράγμα...
Προχώρησε ως την πόρτα του λιοτριβιού. Ο μαύρος όγκος του βουνού υψωνόταν στην ανατολή. Κι ένα άστρο, που μόλις είχε προβάλει, τρεμούλιασε για λίγο στην κορυφή του. Ο Δρίμακος δε δίστασε. Με βήμα γρήγορο και σταθερό απομακρύνθηκε απ' το λιοτρίβι. Πέρασε μέσ' από τα βρεγμένα χωράφια και σε λίγο το αγεράκι του βουνού τού δρόσισε το μέτωπο, καθώς άρχισε ν' ανηφορίζει...